Φύγαμε τη περασμένη εβδομάδα όσο πιο μακριά μπορούσαμε, πήραμε τα βουνά, να ξεκουράσουμε το μάτι μας και τη καρδιά μας. Απο την Εθνική Οδό Κορίνθου-Τριπόλεως, στρίψαμε πρός Βυτίνα, αλλά δεν πήγαμε εκεί, δεν θέλαμε κόσμο, μόνο τη γαλήνη των βουνών.

Πρώτη στάση Νυμφασία. Ενα υπέροχο χωριό, σιωπηλό μέν γιατί ήταν νωρίς το πρωϊ, πνιγμένο στα κόκκινα-κίτρινα χρώματα του φθινοπώρου , τι να πρωτοδιαλέξω δεν ήξερα, ποιό λιβάδι, ποιό δένδρο, ποιούς ουρανούς?

Μπαίνοντας στο χωριό, έχεις μπροστά σου αυτή την εικόνα της δημοσιάς ας τη πούμε. Την ονομάσαμε " οδός των σκέψεων" γιατί περπατώντας τη, ό,τι προβλήματα και να είχαμε παίρνανε άλλη όψη, άλλη χροιά αν θέλετε.

Το δένδρο της ζωής μας αποχαιρετά. Την υπόσχεση τη δώσαμε. Θα ξανάρθουμε την άνοιξη.
Μετά τη Βυτίνα στρίβουμε για Μαγουλιανα, ένα έρημο μέρος
, η διαδρομή όμως μέσα απο βαθιά φαράγγια και πλαγιές κατάφυτες απο έλατα. Κτίσματα σαν κι αυτό, σπαρμένα, ένα εδώ άλλο εκεί.
Αγριο τοπίο αλλά πολύ κατευναστικό. Λίγο πάγο βρήκαμε στο οδόστρωμα, ελάχιστο, το χειμώνα όμως εκεί δεν θα αστειεύεται. Χιόνια και πάγοι θα υποδέχονται τους τολμηρούς. Το οδόστρωμα πολύ καλό αλλά ο δρόμος φιδωτός.
Προχωρήσαμε ακόμη πιο ψηλά. Φτάσαμε σε ένα άλλο χωριό, που λεγόταν Βαλτεσίνικο. Ενα μεγάλο κεφαλοχώρι αραδιασμένο σε μία πλαγιά σε υψόμετρο περίπου 1000 μέτρα. Μεγάλα πέτρινα σπίτια και πολλοί τουρίστες άρτι αφιχθέντες με πούλμαν. 
Μπήκαμε σε ένα κατάστημα με παραδοσιακής λιχουδιές και πήραμε χυλοπίττες, λαζάνια και τοπικές δίπλες (γλυκά), πώς μου ήρθε να πάω και σε ένα άλλο παρακείμενο κατάστημα μήπως βρώ κάρτες και κανένα μαγνητάκι για το ψυγείο μου. Κακή επιλογή. Μας χάλασε την όμορφη εικόνα τόσο του χωριού όσο και της διαδρομής. Γιατί η ιδιοκτήτρια έπαιξε το ρόλο της νυφίτσας. Με το που μπήκα μέσα με ρώτησε απο πού είμαι. Αυτό με χαλάει αφάνταστα γιατί όσες φορές με έχουν ρωτήσει τέτοιο πράγμα σε μαγαζιά, είναι για να εκτιμήσουν πόσο θα ανατιμήσουν τα προϊόντα τους. Μου ήρθε εκείνη την ώρα να σηκωθώ να φύγω, εν τούτοις της απάντησα τοποθετώντας τη καταγωγή μου στα βάθη της θάλασσας και δη στο Αιγαίο. "Α! Γιατί μοιάζετε με ξένη" λέει η νυφίτσα και ετοιμάζεται να δαγκώσει. Ο λογαριασμός στο ταμείο 17.20. Της δίνω 50 ευρώ και 20 λεπτά. Μου δίνει 2 ευρώ και άλλα 30.
¨Η θα μου δώσετε άλλα 80 λεπτά η δεν θα πάρετε το 20λεπτο και θα μου δώσετε άλλο ένα ευρώ", της λέω. Απο εδώ το πήγε, απο εκεί το πήγε δεν ήθελε να δώσει τα σωστά ρέστα. Και εγώ πάλι δεν τα έβαζα στο πορτοφόλι μου, ώστε να μου πεί το κλασσικό "μα σας τα έδωσα, απλά μπερδεύτηκαν με τα ψιλά σας". Τελικά έδωσε 80 λεπτά.
Μα πώς κάνεις έτσι για 1 ευρώ, θα μου πείτε. Κάνω έτσι όταν αισθάνομαι ότι πάνε να μου τη φέρουν. Είδαν τουρίστα, πάμε να δαγκώσουμε. Εντάξει, δαγκώστε. Εμείς πάντως στο Βαλτεσίνικο δεν θα ξαναπατήσουμε. Να το χαίρεσαι κυρά νυφίτσα μου! Ολο δικό σου!
Επιστροφή. Σταματήσαμε στο Λεβίδι, πήραμε ωραίο χωριάτικο ψωμί (3 μέρες το έχουμε και ακόμη είναι μαλακό και μυρωδάτο) και μυτζήθρα..κάπου σταματήσαμε και φάγαμε με θέα την Ελλάδα μας.

Οπως απλόχερα μας προσφέρεται. Οχι όπως την εκμεταλλευόμαστε εμείς.